Ο ΠΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΟΣ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ

Ο ΠΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΟΣ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ

15 Απρ 2017

Η σύντομη ιστορία της Cref

Αυτή είναι η Cref.

H φωτογραφία τραβήχτηκε το καλοκαίρι αλλά σ' εμένα έφτασε πριν από λίγες μέρες. Ένα Σάββατο πρωί πέρσι το καλοκαίρι είχα ξεκινήσει από το Brighton για να πάω στο Lewes με τα πόδια μέσα από τα λιβάδια του South Downs, μια απόσταση 2,5-3 ώρες. Είχε βρέξει δύο μέρες συνεχόμενα αλλά εκείνο το πρωί έβγαλε ήλιο. Στο 1/3 της διαδρομής, σε έναν περιφραγμένο χώρο στη μέση του πουθενά είδα ένα ξαπλωμένο αρνάκι που έμοιαζε νεκρό. Μόνο όταν έφτασα ακριβώς από πάνω της έκανε κάποιες σπασμωδικές κινήσεις και κατάλαβα ότι είναι ζωντανή. Ήταν όμως σοβαρά τραυματισμένη/άρρωστη - στη μια της πλευρά ένα πολύ μεγάλο κομμάτι δέρματος είχε αποκολληθεί από το σώμα της και κρεμόταν πάνω του σαν κουβέρτα. Σε κάποια σημεία η πληγή από μέσα ήταν ανοιχτή, σε άλλα είχε ξεραθεί και είχε κλείσει. Προφανώς, για τον κτηνοτρόφο η περίθαλψη της μικρής κόστιζε περισσότερο από το κέρδος της κομματιασμένης σάρκα της, οπότε προτίμησε να την αφήσει να πεθάνει.

Προσπάθησα να την κάνω να σηκωθεί αλλά δεν μπορούσε. Από έναν κοντινό στάβλο της έφερα να πιει νερό και ήπιε πολύ. Της έκοψα και μερικά χορτάρια, τα οποία επίσης έφαγε με πολλή όρεξη και σκέφτηκα πως αυτό είναι καλό σημάδι. Πήρα τηλέφωνο μια φίλη με αυτοκίνητο και δώσαμε ραντεβού στον κοντινότερο σ' εμένα δρόμο. Πήρα τη μικρή αγκαλιά και σε μισή ώρα περίπου βρισκόμουν εκεί απ' όπου θα μας μάζευαν. Ο γιος της φίλης, στο ενδιάμεσο, έχει καλέσει την RSPCA να ρωτήσει αν μπορούν να αναλάβουν τη μικρή κι εκείνοι απάντησαν καταφατικά, λέγοντάς του να ξανακαλέσει όταν θα έχει το ζώο για να του πουν πού να πάει κλπ. Μπαίνουμε λοιπόν στο αυτοκίνητο και καθ' οδόν ξανακαλούμε την RSPCA, η οποία αυτή τη φορά λέει πως δεν μπορεί να βοηθήσει. Επιμένουμε πως πριν μας είπαν πως θα την αναλάβουν κι εκείνοι συνεχίζουν να μας λένε πως δεν μπορούν να κάνουν κάτι και καλύτερα να βρούμε τον κτηνοτρόφο και να ενημερώσουμε αυτόν. Καλούμε ένα καταφύγιο άγριας πανίδας της περιοχής, οι οποίοι επίσης αρνούνται να βοηθήσουν. Ύστερα καλούμε τον κτηνίατρο της φίλης ο οποίος σίγουρα θα μας βοηθούσε αλλά έλειπε σε διακοπές. Κάνουμε μια στάση σε ένα σπίτι για να της αφαιρέσουμε τους διακριτικούς αριθμούς από τα σκουλαρίκια (ώστε να μην υποχρεωθούμε να την επιστρέψουμε στον «ιδιοκτήτη» της) και αρχίζουμε τα τηλεφωνήματα σε άγνωστους κτηνιάτρους της περιοχής, γνωρίζοντας ότι η χρέωση για ένα τέτοιο επείγον περιστατικό θα ανέλθει σε αρκετές εκατοντάδες λίρες. Κι όμως, όταν τους λέμε περί τι ζώου πρόκειται, όλοι αρνούνται να παράσχουν τις υπηρεσίες τους. Έχοντας ήδη σπαταλήσει αρκετή ώρα στο τίποτα, αποφασίζουμε πως δεδομένης της κατάστασης η καλύτερη λύση είναι να την πάμε σε ένα φιλικό καταφύγιο οικόσιτων ζώων, μιάμιση ώρα απόσταση από μας, και να τη δει εκεί ο κτηνίατρος του καταφυγίου το πρωί.

Μία ώρα μετά την άφιξη στο καταφύγιο η μικρή πέθανε. Αν ήταν σκύλος, γάτα, κουνάβι, σκίουρος, αλεπού, ελάφι, κόρακας ή οτιδήποτε άλλο εκτός από «οικόσιτο» ζώο, μπορεί να ζούσε ακόμα. Στην κοινωνία μας όμως «όλα τα ζώα είναι ίσα αλλά μερικά ζώα είναι πιο ίσα από τα άλλα» - κυριολεκτικά και μεταφορικά. Πρόκειται για μια ανισότητα φιλοσοφικά ανυπόστατη και νομικά κενή. Cref στα Ουαλικά σημαίνει δυνατή. Την ονόμασα έτσι γιατί αφού μπόρεσε να κρατηθεί στη ζωή ποιος ξέρει πόσες μέρες παρατημένη στο χωράφι κάτω από τη βροχή, ήταν σίγουρα πολύ δυνατή. Ήταν ένα από τα ζώα «ελευθέρας βοσκής», από αυτό το 1% της συνολικής παραγωγής που «ζει σε καλές συνθήκες». Πόσα τέτοια ζώα πεθαίνουν κάθε μέρα άρρωστα επειδή το κόστος της περίθαλψής τους ξεπερνάει το κέρδος, δεν θα το μάθουμε ποτέ. Όπως και να 'χει, το γεγονός παραμένει:

Η Cref ήταν ένα κοριτσάκι. Ένα κοριτσάκι που πέθανε με πολύ άσχημο τρόπο για το τίποτα. Όπως τα χιλιάδες μωρά που σφάζονται και σουβλίζονται αυτές τις μέρες. Καλό Πάσχα.

πηγή

19 Δεκ 2016

Βιβλίο: Μαρκ Τουέιν - Η ιστορία ενός σκυλιού

Αναδημοσίευση από τη σελίδα των εκδόσεων Κυαναυγή στο facebook:

 


Το ιστορικό γεγονός:
Η 10η Δεκεμβρίου 1907 ήταν μέρα κοινωνικών αναταραχών στο Λονδίνο, για λόγους που δεν ακούει κάποιος συχνά. Η αιτία ήταν το λεγόμενο Brown Dog Affair - τα φριχτά πειράματα που υπέστη ένας σκύλος, η δημοσιοποίηση του γεγονότος και τα επακόλουθα αυτής. Από τη μια μεριά ήταν χίλιοι φοιτητές ιατρικής που υπερασπίζονταν το δικαίωμά τους στον βασανισμό ζώων για ιατρικούς(?) λόγους· από την άλλη ήταν μερικές εκατοντάδες από εκείνες τις κυρίες με τα ωραία φουστάνια και τα πλατιά καπέλα, aka σουφραζέτες, μαζί με αρκετούς συνδικαλιστές και 400 αστυνομικούς (ναι, αστυνομικούς).


Οι Σουηδέζες Lizzy Lind af Hageby και Leisa Katherine Schartau, φεμινίστριες και πολέμιες των πειραμάτων στα ζώα (τα δύο κινήματα τότε απαρτίζονταν από τα ίδια σχεδόν πρόσωπα), ως φοιτήτριες ιατρικής παρακολούθησαν από κοντά πολλά πειράματα σε ζώα και εκτός των νόμιμων μεν φρικιαστικών δε πειραμάτων, διαπίστωσαν και τη διεξαγωγή πολλών παράνομων πειραμάτων (βρείτε μου ένα σύννεφο να πέσω). Με αφορμή ένα από αυτά τα παράνομα πειράματα που διεξήχθη πάνω σε ένα καφετί τεριέ, με τη βοήθεια της τεράστιας Frances Power Cobbe και με δικηγόρο τον Stephen Coleridge (δισέγγονο του δημιουργού της Μπάλαντας του Γεροναυτικού), αποφάσισαν να κινηθούν νομικά εναντίον του πειραματιστή William Bayliss (γνωστό για την ανακάλυψη των ορμονών). Οι ενάγοντες γνώριζαν από την αρχή την προδιαγεγραμμένη τους ήττα, μέσα από αυτή την κίνηση, όμως, κατάφεραν να προκαλέσουν μια δημοσιότητα άνευ προηγούμενου γύρω από το ζήτημα των πειραμάτων. Σύντομα καλέστηκαν συγκεντρώσεις και αντισυγκεντρώσεις, οι οποίες κατέληγαν σε συγκρούσεις, με εκείνη της 10ης Δεκέμβρη να είναι η μεγαλύτερη.

Το άγαλμα:
Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1906, και εν τω μέσω της αντιπαράθεσης, οι σουφραζέτες είχαν ανεγείρει ένα άγαλμα του καφετιού σκύλου στην εργατική συνοικία του Μπάτερσι στο νότιο Λονδίνο (στα αποκαλυπτήρια παρευρέθη και ο Μπέρναρντ Σω). Οι επιθέσεις, όμως, των φοιτητών ιατρικής στο άγαλμα έγιναν συχνό φαινόμενο και τελικά το άγαλμα κατέληξε να φρουρείται από την αστυνομία επί 24ώρου βάσεως. Aυτή η σουρεαλιστική κατάσταση έλαβε τέλος το 1910, όταν τα ηνία της δημοτικής αρχής του Μπάτερσι ανέλαβαν οι Τόρηδες και απομάκρυναν το άγαλμα. Το 1985 ένα νέο άγαλμα του σκύλου τοποθετήθηκε στο πάρκο του Μπάτερσι, το 1992 οι Τόρηδες το κατέβασαν και πάλι αλλά το 1994 το άγαλμα ξαναεμφανίστηκε στο πάρκο, σε ένα απομονωμένο σημείο που για να το βρει κάποιος πρέπει να ψάξει αρκετά.


Η (όχι και πάρα πολύ) άσχετη προσωπική ιστορία:
Εγώ τον χειμώνα του 2010 βρέθηκα πρώτη φορά στο πάρκο του Μπάτερσι, έψαξα αρκετά και βρήκα το άγαλμα. Ήταν όπως στις φωτογραφίες, με πολλή περισσότερη ένταση μέσα του και με δύο λουλούδια ακουμπισμένα πάνω του. Τα κομμένα λουλούδια δεν μου άρεσαν ποτέ και η εικόνα τους μου φάνηκε μάλλον αντιαισθητική. Λίγο πριν αποχωρήσω από το σημείο, εμφανίστηκε μια ηλικιωμένη κυρία με το σκυλί της. Με βλέπει και μου χαμογελάει. «Ξέρεις τι είναι αυτό;» με ρωτάει. «Ξέρω», της απαντάω, «γι' αυτό ήρθα εδώ. Εσείς ξέρετε;» ρωτάω χαζά και μάλλον αντανακλαστικά. «Φυσικά και ξέρω, έρχομαι εδώ κάθε μέρα και του αλλάζω τα λουλούδια». Τα κομμένα λουλούδια μου φάνηκαν σχεδόν όμορφα εκείνη τη μέρα... Το 2013 βρέθηκα πάλι εκεί. Έψαχνα για λουλούδια στο άγαλμα αλλά μάταια.


Τι σχέση έχει η Κυαναυγή με όλα αυτά:
Μαρκ Τουέιν - Η ιστορία ενός σκυλιού. Το μικρό διήγημα που έγραψε ο Μαρκ Τουέιν με αφορμή τον αδικοχαμένο καφετί σκύλο. Καλή ανάγνωση!


http://www.kianavgi.gr



20 Ιουλ 2016

Η προβληματική αντίληψη της φιλοζωίας


Συχνά στην καθημερινότητά μας συναντάμε λέξεις οι οποίες είτε έχουν χάσει το νόημά τους είτε το περιεχόμενό τους είναι διαστρεβλωμένο ή αλλοιωμένο σε τέτοιο βαθμό, που κάθε προσπάθεια επανάκτησης του αρχικού τους νοήματος είναι μάλλον καταδικασμένο.

Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τη λέξη «φιλοζωία».

Αν και η ετυμολογία της λέξης της δίνει ένα αόριστο και γενικό περιεχόμενο, η πλειονότητα των ανθρώπων όταν ακούει τον όρο έχει κατά νου ένα περιεχόμενο αρκετά πιο ειδικό, και γι’ αυτούς η φιλοζωία περιορίζεται συγκεκριμένα στη θετική προδιάθεση απέναντι σε σκύλους και γάτες.

Για να προλάβω τις διάφορες ενστάσεις που μπορεί να εγείρει η παραπάνω διατύπωση, θα πω ότι αναγνωρίζω ότι ένα μέρος του φιλοζωικού κινήματος καταπιάνεται με ζητήματα που ξεφεύγουν από το στενό αυτό πλαίσιο και ενδιαφέρονται εξίσου για τα αιχμάλωτα ζώα (σε τσίρκα, ζωολογικούς κήπους κ.λπ.), για τα υπό εξαφάνιση ζώα που δολοφονούνται από λάτρεις της κουλτούρας του αίματος παράνομα (όπως οι ελέφαντες ή οι φάλαινες) ή νόμιμα (όπως οι λαγοί, οι πάπιες ή τα αγριογούρουνα) ή για τα διάφορα προκλητικά μακάβρια έθιμα (όπως οι ταυρομαχίες ή οι μαζικές τελετουργικές σφαγές βουβαλιών στο Νεπάλ).
Ακόμα κι αν λάβουμε υπόψη τα παραπάνω, όμως, συνεχίζουν να υπάρχουν περιπτώσεις βάναυσης κακοποίησης ζώων, οι οποίες όχι απλά δεν καταδικάζονται αλλά επικροτούνται κιόλας: αυτές οι περιπτώσεις είναι τα ζώα που εκτρέφονται για τη σάρκα τους.

Αστικό κατάλοιπο
Αυτό που αποκαλούμε σήμερα φιλοζωία είναι -ας μου επιτραπεί ο όρος- ένα αστικό κατάλοιπο περασμένων δεκαετιών, το οποίο δεν προκαλεί την κριτική σκέψη, υφίσταται ως αυτοσκοπός και λειτουργεί αποπροσανατολιστικά προς την ουσιαστική χειραφέτηση των ζώων.

Αυτό συνεπάγεται ότι κρίσιμα ερωτήματα όπως αυτά της εξημέρωσης, της θέσης της εκμετάλλευσης των ζώων μέσα τον καπιταλισμό, της ταυτότητας του ζώου ως εμπορεύματος και της ιδιότητας που μπορεί εκείνο να φέρει ως «παραγωγικό» ζώο ή ζώο «συντροφιάς» -όπως κατ’ ευφημισμό αποκαλούνται- δεν τίθενται ποτέ.
Επιπλέον, μιλώντας με αριθμούς, η φιλοζωία καταπιάνεται με ένα πολύ μικρό τμήμα της υπάρχουσας βαναυσότητας που υφίστανται τα ζώα, δεδομένου ότι, αν εξαιρέσουμε όσα πεθαίνουν μάταια στα εργαστήρια (με την πλειονότητα εξ αυτών να είναι ποντίκια), τα εκτρεφόμενα ζώα αποτελούν το 99% των περιπτώσεων που βασανίζονται και πεθαίνουν από ανθρώπινο χέρι.

Ηθική σχιζοφρένεια
Η ηθική σχιζοφρένεια που διακατέχει την κοινωνία στο σύνολό της -ο παράλογος τρόπος, δηλαδή, κατά τον οποίο κάποιος λατρεύει ένα ζώο αλλά καταδικάζει στον θάνατο ένα άλλο- καθρεφτίζεται στο φιλοζωικό κίνημα σε εξίσου μεγάλο βαθμό.
Είναι συνηθισμένο φαινόμενο άνθρωποι που εκφράζουν την αγανάκτησή τους για την κακοποίηση των ζώων συντροφιάς με ιδιαίτερη οργή και μαχητικότητα, να αρνούνται να αποδεχτούν ότι το επόμενο βήμα αυτής της λογικής και συναισθηματικής προσέγγισης οφείλει να τους οδηγήσει στην υιοθέτηση μιας αναίμακτης διατροφής.

Η δικαιολογία του πολιτισμικού σχετικισμού είναι ανεπαρκής για τον παγκόσμιο πολίτη του 21ου αιώνα, όπως ανεπαρκείς έχουν αποδειχτεί και οι διάφορες επιστημονικές προφάσεις που έχουν κατά καιρούς προκύψει.
Το μεγαλύτερο «αμάρτημα» της φιλοζωίας όμως είναι ότι, εστιάζοντας διαρκώς στην παράνομη κακοποίηση σκυλιών και γατιών, με έμμεσο τρόπο κανονικοποιεί και νομιμοποιεί ηθικά τη θεσμοθετημένη κακοποίηση των εκτρεφόμενων ζώων.
Είναι αλήθεια βέβαια ότι -ειδικά στην Ελλάδα- το μέγεθος της κακοποίησης των ζώων συντροφιάς έχει φτάσει σε επίπεδα ανείπωτης φρίκης και διαστροφής και είναι ίσως αδύνατον να κλείσει κάποιος τα μάτια σε αυτήν τη φρίκη στην οποία είμαστε όλοι καθημερινά μάρτυρες.

Οφείλουμε ωστόσο να αντιλαμβανόμαστε ότι η βιομηχανοποιημένη φρίκη που συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες των εκτροφείων και της οποίας δεν είμαστε μάρτυρες, ξεπερνάει αυτή που βιώνουν τα ζώα συντροφιάς.
Αυτή η διατύπωση δεν αποτελεί σύγκριση των δεινών που υφίστανται τα ζώα στην εκάστοτε περίπτωση αλλά πρέπει να γίνει σαφές και κατανοητό από όλους μας ότι το πρόβλημά μας ως κοινωνία δεν είναι η εξαίρεση που αποτελούν οι ψυχικά άρρωστοι, οι διεστραμμένοι ή οι απλά κακοί άνθρωποι που προβαίνουν σε τέτοιες ενέργειες που είναι καταδικαστέες από όλους.

Το πρόβλημά μας ως κοινωνία είναι ο συστηματοποιημένος τρόπος με τον οποίο κατασκευάζουμε αισθανόμενα όντα με μοναδικό σκοπό να τα οδηγήσουμε στο σφαγείο, για τη γεύση της σάρκας τους και για το κέρδος.

Αυτή η κατάσταση συμβαίνει νόμιμα, έχει την υποστήριξη του συνόλου της κοινωνίας και εκεί οφείλουμε να εστιάσουμε.

Substantia
Υπάρχει σαφής ανάγκη για μια μεταφιλοζωική προσέγγιση προς τα ζώα και μπορούμε να την αποκτήσουμε αν αντικαταστήσουμε το ρηχό πρίσμα της φιλοζωίας με ένα πρίσμα δικαιωμάτων / απελευθέρωσης των ζώων.

Σύμφωνα με τη θεωρία των δικαιωμάτων, ένα ζώο που έχει την ικανότητα να αισθάνεται έχει καθαυτό εγγενή αξία.

Το ότι ένα ζώο έχει εγγενή αξία, σημαίνει ότι έχει τη δική του ξεχωριστή υπόσταση [substantia], ανεξάρτητα από τη σχέση που έχει με μας είτε ως μονάδα είτε ως είδος.

Έχει το δικαίωμα να υπάρξει, δηλαδή, υπό φυσιολογικές για το είδος του συνθήκες, μακριά από κάθε είδους κακοποίηση και εκμετάλλευση, και διατηρεί αυτό το δικαίωμα ακόμα κι αν δεν είναι ζώο συντροφιάς, ακόμα κι αν είναι ζώο εκτροφής, ακόμα κι αν δεν ανήκει σε κάποιο είδος που κινδυνεύει με εξαφάνιση, ακόμα κι αν η εκμετάλλευσή του δύναται να αποφέρει σε ανθρώπους οικονομικά ή διατροφικά οφέλη, ακόμα κι αν η εμφάνισή του είναι αποκρουστική για εμάς, ακόμα κι αν η ύπαρξή του δεν μας συγκινεί στο ελάχιστο.

Σπισισμός
Ο Άλαν Ντέρσοβιτς, ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους νομικούς, παραδέχεται ότι η νομική κάλυψη της υποτέλειας των μη ανθρώπινων ζώων είναι αυθαίρετη και ο σπισισμός μας απαράδεκτος.

Προσωπικά πιστεύω πως κάθε άνθρωπος που έχει το θάρρος να μελετήσει την ιστορία και την ουσία των διακρίσεων χωρίς παρωπίδες, θα καταλήξει εύκολα στο ίδιο συμπέρασμα.

Τα χαρακτηριστικά της καταπίεσης, εξάλλου, παραμένουν τα ίδια ανεξάρτητα από τον δέκτη τους.

Το αν κάποια στιγμή θα μπει ένα τέλος σε αυτή την αυθαιρεσία θα το δείξει το μέλλον.

Επί του παρόντος, όμως, το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αρνούμαστε να αποτελούμε μέρος αυτής της καθημερινής θηριωδίας.

Gary L. Francione, Introduction to Animal Rights: Your Child or the Dog?, Temple University Press, 2000.
Regan, Tom, The Case for Animal Rights. University of California Press 1983.
Alan Dershowitz, Rights From Wrongs: A Secular Theory of the Origins of Rights, Basic Books, 2004.

Κώστας Αλεξίου είναι υπεύθυνος των «Εκδόσεων Κυαναυγή» (πρόσφατη έκδοση «Μπάμπι, η ιστορία μιας ζωής μέσα στο δάσος» του Felix Salten).

10 Μαΐ 2016

Η εξυπνάδα της κότας

Αν πιστεύετε ακόμη πως οι κότες είναι ζώα με χαμηλή νοημοσύνη, ξανασκεφτείτε το. Οι έρευνες δείχνουν ότι οι κότες έχουν νοημοσύνη μεγαλύτερη από τρίχρονο παιδί, αναγνωρίζουν πρόσωπα και εικόνες, ενώ κατανοούν πως κάτι μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ακόμη κι αν δεν το βλέπουν.